Σάββατο 16 Μαΐου 2009

The Search for the Bull

In the pasture of this world,
I endlessly push aside the tall grasses insearch of the bull.

Following unnamed rivers,
lost upon the interpenetrating paths
of distant mountains,

My strength failing
and my vitality exhausted,
I cannot find the bull.


I only hear the locusts chirring through the forest at night.
Comment: The bull never has been lost. What need is there to search? Only because of separation from my true nature, I fail to find him.

In theconfusion of the senses
I lose even his tracks.
Far from home,
I see many cross roads,
but which way is the right one
I know not.

Greed and fear, goodand bad,
entangle me.
"the ten bulls" Zen Poetry
.-

twilight mist

early or late
the night grew old
a day is born
I'm left alone.

steps on my soul's stairs
the sound of moisture
tastes like your lips' red
like the sky in your eyes.

I touched the sunrise
sweet and bitter;
absence;
desire.

my hand
slides on the turf
it feel's you,
savour of love.

It blured my senses,
confusion and rush;
your sharp breath,
your sigh
and again.

Sunshine now,
and all is over.
elis.g
.-

Παρασκευή 15 Μαΐου 2009

θερινές φωτιές

το σαρκώδες σου κόκκινο
υγρή λάχτάρα,
η καρδιά ,
τέσσερα τρίτα.

δυό μικρές φούχτες ξάναμα
στη μπλούζα σου
και στη γεύση
γλυκό νεράντζι.

γάργαρη η δροσιά
στην πηγή σου·
στη ματιά σου,
φωτιά·

η ανάσες, μαχαίρι·
ο λυγμοί, της χαράς·
πυρετός στο αγέρι
και το χέρι φονιάς.

για του πόθου σου διψώ
την αλμύρα.

... και η καρδιά,
τέσσερα τρίτα.
elis.g
.-

Πέμπτη 2 Απριλίου 2009

Χαμένοι Πόθοι

Τα μάτια μου λιώσαν κοιτώντας τον ήλιο
στα μάτια σου σαν την φωτιά
τα χείλη μου δρόσισα με τ’ όνομά σου
τα χέρια σου, ύμνος, λατρεία στο κορμί μου
το δείγμα που μένει σχισμένης αγάπης,
κουρέλια και νιώθω την πόλη βαριά.

Η ανάσα της μνήμης στεγνώνει τα χείλη,
μου πιάνει το χέρι, σε υπόγεια πηγαίνω
να βρώ τη ζωή μου που πέρασε φεύγει
να δω τη ψυχή μου καντίλι που καίει
η σκέψη σκοτώνει και καίει!

- ειν’ ώρα να φύγω!

Στα μάτια σου είδα έναν ήλιο να λάμπει μα μ’ έκαψε κι είναι αργά.

Στους δρόμους της πόλης χαράζει η σελήνη εσένα,
τις νύχτες θλιμένη σκιά
και βλέπει με οίκτο να υψώνεις τα χέρια
με δάκρυα σε ύμνους και θρήνους. μια μοναξιά.

- μα είν’ ώρα να φύγω

Στα μάτια σου είδα χλωμή τη αγάπη σεμνή μα και λάγνα,
αγνή σα μια πόρνη και ψεύτρα στο τρόπο που ζεί.

Η ανάσα της μνήμης στεγνώνει τα χείλη
μου πιάνει το χέρι, σε υπόγεια πηγαίνω
να βρώ τη ζωή σου που πέρασε πάει
να δω τη ψυχή σου καντίλι σβησμένο
η σκέψη σκοτώνει και καίει!

- ας έρθεις κι ας πάω

Τι είδες τη νύχτα που τόσο φοβάσαι;
μονάχη στο δρόμο, χτυπά η καρδιά σου
τσιρίξαν τα φρένα στο κρύο ντουβάρι
και πλάθει ο νούς μου εικόνες σε μέλλον
παρόν και φοβάσαι θυμάμαι.
φοβάμαι, θυμάσαι;

Κουφάρι ψυχρό το γλυκό το κορμί σου,
μια στάλα απ΄τα χείλη στραγγίζει
στη κόκκινη λίμνη που λάμπει η σελήνη και φαίνεται μαύρη κι ωραία,
κανείς δεν κερδίζει τη πάλη στην πόλη τις μόνες τις νύχτες
το κρύο ντουβάρι, τα φρένα που τρίξαν,
μου λείπεις , μου λείπεις μου λείπεις.

- ας έρθεις να πάω.

elis.g

Τρίτη 31 Μαρτίου 2009

The smell of my Feelings

The melted time looked at my eyes.
Legions of thoughts whispering prayers
Three ancient gods stand next to me
they swear the truth I say.

The golden-eyed deer has knifed my love
drink's water of life straight from my mind
and offer's me a smile of holy sunshine.
oh! Three little gods,
take care my white blond dove.

The desert on her hair; a reflex of silver light
like air for life unique for me
a furious passion like the tide
is just a hope for now,
but true could be.

Ten deadly arrows
beautiful like dancing stars
they haven't touch me purposely,
dried my tongue; salt of the air
need my crazy thoughtful narrows.

What worth's more than a smile?
More than your smile?

Ten million years I waited
each million for one small and gentle finger
I felt my times crying. I saw your fingers dance
the three little ancient gods have witnessed.

From time to time I wonder
what is this smell like rose-petals burning?
Where is this fire and lighted by whom it burn's?

The marble temple is cold and strange
I walk alone
I hear the monks chant a slow and lazy hymn
candles give light and a solely fullmoon.

Sweet and lonely princess,
hidden well
give me the right hand of your heart
and let me walk with you the path of thoughts and fire
and feelings and life and love and desire

The need for you wetted my cheeks.

I saw your fingers dance on the air
and three little ancient gods, I have for witness.

What is this smell like burned rose-petals?

elis.g

I Am alone

I am not sure if it was
the shining star I prayed to,
or just a laughter at your lips.
or even worst, my empty hopes.

But now, I thing I know
and thus I am sure
the deepest sea is not that blue.
Feelings; flying from my soul
seeking your heart! I feel alone.

I drunk the flesh of thousand thoughts
listening to you. I know I sound like child.
but then again you worth much more...

I just was here; hopeless but strong.
I felt you there and thus I fear
I ask my self "do I belong?"
the answer comes to me as tear.

That's what I promiss you for sure.
I will not bother you again.
There is no feeling greater;
there is no hoping less;
I loved you; and I do;
but now is time for you to rest.

Μυρίζοντας Πόνο

Στην μυρωδιά του ηλιοβασιλέματος
σαν δάκρυ
κοπήκαν οι αναπνοές μου
που ριγούν την καρδιά
μιας άδειας πολιτείας,

Στο γαλάζιο που θυμίζει ιστορία
ένα καντήλι,
πάσχισε ν'ανάψει τον πόνο μου,
δυο έρωτες μωρά
πατήσαν τα σταφύλια του Αυγούστου,

Αναμνήσεις,
κόκκινα βήματα στην χρυσή άμμο,
γιασεμί και ρόδο.
Το βογκητό ενός άντρα που δεν κλαίει
έκανε τον έρωτα πλεξούδες,

κι εγώ
στάθηκα τα τραίνα να κοιτάζω,
περπάτησα στην άκρη του κυμμάτου,
και βράχηκα στα δάκρυά μου,
βλέποντας βαπόρια μ' εξερευνητές να πάνε.

Με το μελάνι της καρδιάς
ζωγράφισα δυο περιστέρια
στην άκρη της αμμουδιάς
μα τα πήρε το άκαρδο κύμα,

Δεν άντεξα,
και το ποτήρι άδειασε μελαγχολία,
τότε,
ο κεραυνός χτύπησε το δέντρο
που έπεσε μυρίζοντας πόνο.

και η ψυχή μου
ακολουθώντας σιμά το χορό της πεταλούδας
υψώθηκε στο γαλάζιο σου χέρι ουρανέ,
βασιλιά παντογνώστη,

στον πόνο του ίμερου αφέθηκα
και το κορμί μου σφαδάζει τον πόθο
της λευτεριάς απ΄ τον κόσμο,
της συντροφιάς κάποιου θεού.

Τη γραμμή απ'το χέρι διαβάζω
στον καφέ,
και στ 'αστέρια κρεμιέμαι,
ποδηλατώ, μπουσουλώ και πετάω
αλλά ακόμη πονάω.
elis.g
.-