σαν δάκρυ
κοπήκαν οι αναπνοές μου
που ριγούν την καρδιά
μιας άδειας πολιτείας,
Στο γαλάζιο που θυμίζει ιστορία
ένα καντήλι,
πάσχισε ν'ανάψει τον πόνο μου,
δυο έρωτες μωρά
πατήσαν τα σταφύλια του Αυγούστου,
Αναμνήσεις,
κόκκινα βήματα στην χρυσή άμμο,
γιασεμί και ρόδο.
Το βογκητό ενός άντρα που δεν κλαίει
έκανε τον έρωτα πλεξούδες,
κι εγώ
στάθηκα τα τραίνα να κοιτάζω,
περπάτησα στην άκρη του κυμμάτου,
και βράχηκα στα δάκρυά μου,
βλέποντας βαπόρια μ' εξερευνητές να πάνε.
Με το μελάνι της καρδιάς
ζωγράφισα δυο περιστέρια
στην άκρη της αμμουδιάς
μα τα πήρε το άκαρδο κύμα,
Δεν άντεξα,
και το ποτήρι άδειασε μελαγχολία,
τότε,
ο κεραυνός χτύπησε το δέντρο
που έπεσε μυρίζοντας πόνο.
και η ψυχή μου
ακολουθώντας σιμά το χορό της πεταλούδας
υψώθηκε στο γαλάζιο σου χέρι ουρανέ,
βασιλιά παντογνώστη,
στον πόνο του ίμερου αφέθηκα
και το κορμί μου σφαδάζει τον πόθο
της λευτεριάς απ΄ τον κόσμο,
της συντροφιάς κάποιου θεού.
Τη γραμμή απ'το χέρι διαβάζω
στον καφέ,
και στ 'αστέρια κρεμιέμαι,
ποδηλατώ, μπουσουλώ και πετάω
αλλά ακόμη πονάω.
elis.g
.-

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου